
ΕΚΘΕΣΗ.
ΘΕΜΑ: «Πώς πέρασα το Μεγάλο Σάββατο»
του μαθητή ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΥ
Σάββατο απόγευμα, λίγο μετά τις 6. Έχεις τελειώσει το πλύσιμο και κόψιμο των εντοσθίων. Έχεις έτοιμες τις σούβλες με το κοκορέτσι και τον οβελία για να κερδίσεις μισή ώρα ύπνο το πρωί της Κυριακής. Έχεις βάλει και τη μαγειρίτσα στη χύτρα να σιγοβράζει. Χαιρετάς την πεθερά σου για να πας στο δικό σου σπίτι για ένα μπάνιο και καμιά ωρίτσα ύπνο. Α, μια που βρήκαμε και λάστιχο, ας ρίξουμε κι ένα πλύσιμο στο αυτοκίνητο για να φύγει η αφρικανική σκόνη. Έχεις να διανύσεις μια απόσταση 100 μέτρων σε στενό δρόμο γεμάτο κάθετους παράδρομους. Και να θες, δε μπορείς να πας πάνω από 15-20 χλμ/ώρα. Χιλιάδες φορές η ίδια διαδρομή. Μόνο που σήμερα τίποτα δεν είναι όπως τις άλλες φορές.
Ξαφνικά η αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου σηκώνεται ψηλά. Ταλαντεύεται για λίγο αναποφάσιστη για το πού θα πέσει. Τελικά, η βαρύτητα, η φυγόκεντρος, η μοίρα, το χέρι του Θεού, δεν ξέρω κι εγώ τι (ας αποφασίσει ο καθένας μόνος του), γέρνουν την πλάστιγγα. Το αυτοκίνητο, με μια απλότητα στην κίνηση του, συνεχίζει την από τ’ αριστερά προς τα δεξιά κίνηση του. Το επόμενο δευτερόλεπτο βρίσκεσαι τα πάνω κάτω με το μικρό γιό σου να ακουμπά στον ουρανό του αυτοκινήτου κι εσύ από πάνω του να έχεις απλώσει τα χέρια προστατευτικά για να μην τον χτυπήσεις. Όλα έχουν κρατήσει μερικά δευτερόλεπτα. Τόσα λίγα για να αντιδράσεις μα και τόσο πολλά για να προλάβεις να κάνεις χιλιάδες αστραπιαίες σκέψεις. Είναι απίστευτο πόσες νοητικές λειτουργίες μπορεί να κάνει ένας μέτριος νους σε τόσο λίγα δευτερόλεπτα.
Τα επόμενα δευτερόλεπτα είναι τα πιο αγωνιώδη: «Τι έγινε;», «πώς έγινε;». Και το κρισιμότερο: «έπαθε κάτι το παιδί;» Όχι. Ευτυχώς. Ψύχραιμα (που λέει ο λόγος), σα να παίζεις παιχνίδι, του λες να βγει από το σπασμένο παράθυρο του συνοδηγού και το ακολουθείς κι εσύ. Μόνο που δε σε πολυχωράει. Κάτι σου καίει το χέρι, αλλά τέτοια ώρα, τέτοια λόγια.
Ο Έκτορας βγαίνει, τινάζει με καμάρι τα θραύσματα από πάνω του με ένα χαμόγελο μάλλον ικανοποίησης που πήγε τόσο καλά στο «παιχνίδι». Και τότε βλέπει το χέρι σου γεμάτο κοψίματα, αίμα και θραύσματα. Τότε νοιώθει πως το παιχνίδι δεν ήταν τόσο αστείο.
Εσύ έχεις άλλες προτεραιότητες: να καλέσεις μια express για να σηκώσει το αυτοκίνητο, να ειδοποιήσεις στο σπίτι (γαμώτο δεν πήρες το κινητό) και να ηρεμήσεις το παιδί. Ώσπου να γίνουν αυτά, έχουν μαζευτεί οι συνήθεις «εθελοντές». Ξέρετε, κάτι κοράκια που βγαίνουν από τις φωλιές τους μόλις μυρίσουν αίμα και (ξένη) δυστυχία, πρόθυμοι να «βοηθήσουν» χωρίς να κάνουν τίποτα πέρα από το να εξηγούν το «κακό» στους αργοπορημένους. Κάποιος έχει καλέσει ανώνυμα την Άμεσο Δράση η οποία σπεύδει άμεσα (!) προφανώς γιατί δεν υπήρχε κάτι σοβαρότερο το απόγευμα του Μεγάλου Σαββάτου. Άσκοπη ταλαιπωρία και για κείνους και για σένα, αλλά ευκαιρία για τους «σαμαρείτες» να πουν στα όργανα για τα προβλήματα που βασανίζουν το μικρόκοσμο τους. Ευτυχώς τα όργανα, μαθημένα από τέτοια, ανακαλύπτουν τον «ένοχο» του ατυχήματος: είναι η ρίζα μιας ελιάς πάνω στην οποία βρήκε ο μπροστινός αριστερός τροχός. Το αυτοκίνητο ανασηκώθηκε, το λάστιχο έσκασε και σε έφερε τούμπα. Συμβαίνουν αυτά.
Μετά, από μια ώρα ταλαιπωρία και τον εξευτελισμό να εξηγείς σε δεκάδες «χριστιανούς» το τι έγινε, το show τελειώνει. Δεν είναι τίποτα. Ούτε καν άξιο λόγου για να καταγραφεί στα «συμβάντα». Οι «σαμαρείτες» ησυχάζουν: «Ουφ, πάει κι αυτό. Πάμε σπίτια μας για να προλάβουμε τις δουλειές».
Για σένα η ταλαιπωρία συνεχίζεται. Επίσκεψη στο νοσοκομείο, ράμματα στο χέρι, αντιβιώσεις, αντιτετανικοί, κλπ. Κι από πάνω, να πρέπει να ηρεμήσεις τον Εκτοράκο που ανησυχεί για τον μπαμπά και δε ξεκολλάει από δίπλα του.
Όλα αυτά διαρκούν μέχρι τις 11.30.
Ευτυχώς πρόλαβες τη μαγειρίτσα (πάντως και φέτος την πέτυχες μπαγάσα). Στο τραπέζι όλοι λένε «Χριστός Ανέστη» και κοιτάνε εσένα και τον Έκτορα με σημασία. Εσύ πρέπει να πάρεις το παιδί και να κοιμηθείς δίπλα του για να βεβαιώνεται πως «δεν πάθαμε και τίποτα».
Ήταν ένα Μ. Σάββατο διαφορετικό από τα προηγούμενα που θα σου μείνει αξέχαστο.
Και πάλι καλά την έβγαλες.
Καλό Πάσχα σε όλους
